σεισμογραφία

η, Ν
(γεωφ.) κλάδος τής σεισμολογίας που ασχολείται με τη μελέτη τών εδαφικών κινήσεων, όπως αυτές καταγράφονται από τους σεισμογράφους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. seismography (< σεισμός + -γραφία*)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεισμογραφία — η αναγραφή και μελέτη των σεισμικών δονήσεων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -γραφία — β συνθετικό θηλ. ουσιαστικών τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής από τα οποία τα περισσότερα προέρχονται από αντίστοιχα σύνθετα σε γράφος* και δηλώνουν: α) τρόπο γραφής ή εκτυπώσεως (πρβλ. δακτυλογραφία, στενογραφία κ.ά.) β) είδος… …   Dictionary of Greek

  • σεισμογραφικός — ή, ό, Ν αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον σεισμογράφο ή στη σεισμογραφία («σεισμογραφικές παρατηρήσεις»). [ΕΤΥΜΟΛ. < σεισμογράφος*. Το επίθ. μαρτυρείται από το 1877 στον Μ. Δήμιτσα] …   Dictionary of Greek

  • σεισμογραφικός — ή, ό αυτός που αναφέρεται στη σεισμογραφία: Σεισμογραφικά όργανα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.